Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

"Συγγραφέων το ανάγνωσμα" 13 Μαρτίου 2015 στις 7.00 μ.μ. στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης Τεχνοδρόμιο στη Λεμεσό

Μετά τη "Γραφή... μικρού μήκους" και τη "Γραφή μεγάλων.. αποστάσεων" τις δύο προηγούμενες χρονιές, φέτος φιλοξενούμε τρεις Κύπριους λογοτέχνες σε μία σύζήτηση γύρω από τη σχέση του συγγραφέα με το βιβλίο και την ανάγνωση Διαβάζουν οι συγγραφείς, πρέπει να διαβάζουν, τί διαβάζουν και πώς; Μπορούν να απολαύσουν ένα βιβλίο ως απλοί αναγνώστες; 
Εισαγωγική παρέμβαση και συντονισμός από τον Επίκουρο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Μαρίνο Πουργούρη.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρελ

Της Αθηνάς Χατζή

Ο πολυδαίδαλος βίος του bon vivant διπλωμάτη θα αρκούσε για να τον καταξιώσει στο πάνθεον των «ενδιαφερόντων ανθρώπων». Η λογοτεχνική του παραγωγή υπήρξε ογκωδέστατη σε ποσότητα και εξαιρετικά ποικίλη σε ποιότητα. Ασκήθηκε με επιτυχία στο μυθιστόρημα, στην ποίηση, στο ταξιδιωτικό κείμενο και στο δοκίμιο. Η εστίαση του παρόντος θα γίνει στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο, το opus magnum του Ντάρελ, και ίσως το πλέον διαβασμένο από τα έργα του.
Τα τέσσερα βιβλία που συνθέτουν το μυθιστόρημα, καθένα με τίτλο το όνομα ενός από τους βασικούς ήρωες, διαβάζονται απολαυστικά, με μικρά νοερά θαυμαστικά κάθε τόσο για τη μαεστρία του λόγου και για το καίριο και ενίοτε αιχμηρό του περιεχομένου. Ο Ντάρελ είναι εν γένει μεγάλος λογοτέχνης. Το ειδοποιό του όμως γνώρισμα είναι η σπάνια ικανότητά του αφενός να αφουγκράζεται τις λεπτές αποχρώσεις, αφετέρου να τις αποδίδει με την ακρίβεια που οφείλει να έχει το χειρουργικό νυστέρι.

Το φόντο είναι προπάντων η πόλη της Αλεξάνδρειας, πόλη έτσι κι αλλιώς μυθική από αρχαιοτάτων, αινιγματική, κοσμοπολίτικη, μυστηριώδης, ανθρώπινη και απάνθρωπη μαζί, ιδανικό υπόβαθρο για τις κατεξοχήν ελλειμματικές προσωπικότητες στις οποίες εμφυσά πνοή ο Λόρενς Ντάρελ• προσωπικότητες που πλάθει και διαπλάθει στα μέτρα της ανάγκης του να αφηγηθεί, χωρίς να τρομάξει τον αναγνώστη, αλλά θέλοντας να τον θέσει προ της δικής του ευθύνης, τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων που βρίσκονται πότε ηθελημένα, συχνά άθελά τους στη δίνη της Ιστορίας, καθώς ξετυλίγουν τον μίτο των δικών τους (όχι με κεφαλαίο αρχικό, αλλά όχι λιγότερο σημαντικών τελικά) ιστοριών.

Τα θέματά του αντλούνται από τον κοινό τόπο των συγγραφέων απανταχού: ο έρωτας, ο θάνατος, ο πόλεμος, η απώλεια, η συντριβή, η πτώση, η επιβίωση, ο δόλος, εν ολίγοις η ζωή ως μικρή και μέγιστη, για να παραφράσω τον άλλον ποιητή (Οδ. Ελύτης, «αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας»). Οι ιστορίες καθεαυτές δεν είναι πρωτότυπες: ύστερα από τόσους αιώνες γραπτού λόγου και χιλιετίες προφορικής παράδοσης, καμία ιστορία δεν είναι πρωτότυπη στα καθ' ημάς. Η προσέγγισή του είναι. Ο Ντάρελ πλησιάζει τους ήρωές του με συμπάθεια, δεν συμπάσχει, αλλά κατανοεί. Πλάθει χαρακτήρες που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Αντλεί από τις πολλές μετακινήσεις του βίου του και την πληθώρα συναναστροφών και καταστάσεων με αλλότριους πολιτισμούς και σε εξωτικούς τόπους, και συνθέτει κάδρα ζωντανά, κάποτε ακραία, αλλά ποτέ εξωπραγματικά.

Οι ήρωες του Ντάρελ, όσοι επιζούν εντέλει, έχοντας υποστεί ακρωτηριασμούς ψυχικούς και σωματικούς, αναδεικνύονται πυρήνες ζωής, όταν όλα έχουν λάβει τη θέση που τους αναλογεί στην ιστορία των ανθρώπων και την Ιστορία της μακράς διάρκειας. Έχουν γίνει σοφότεροι σε μία ιλιγγιώδη διαδρομή που τους φέρνει ένα μόλις βήμα πιο κοντά στην καλοσύνη, αφού όμως έχουν περάσει χιλιόμετρα ολόκληρα προδοσίας. Η προδοσία συνιστά κεντρικό θέμα και άξονα της αφήγησης του Ντάρελ• τόσο η μεγάλη προδοσία, όσο και οι μικρές αδιόρατες κάποτε καθημερινές προδοσίες, υποκύπτοντας οι άνθρωποι στις άθλιες πλευρές της φύσης τους που εμφανίζονται λίγο πιο εύκολες, κάπως πιο θελκτικές από τις ευγενείς. Η προδοσία αποκαλύπτεται πάντοτε, ούτε νωρίς, ούτε αργά, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, υποστηρίζει ο συγγραφέας, και πάνω σ' αυτή την πεποίθηση στηρίζει και την εξέλιξη της περίπλοκης τωόντι μυθιστορίας του. Άλλος προδίδει για να επιβιώσει• άλλος για να νιώσει ζωντανός• άλλος για να διεκδικήσει• άλλος για να συντρίψει• άλλος για να συντριβεί σε κρεσέντα αυτοκαταστροφής που ο Ντάρελ χειρίζεται ως το μεδούλι των πραγμάτων.

Η ήττα, ενίοτε επακόλουθο προδοσίας, επίσης στέφεται πρωταγωνιστής του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου. Η ήττα ξεδιπλώνεται όχι επιδερμικά, όχι επεισοδιακά, αλλά βασανιστικά αργά και σε βάθος, με γνώμονα το αξίωμα του τάλανος του 20ού αιώνα Ζαν Ζενέ «να ξέρεις πάντα ποιον κατατροπώνεις» (Ο Σχοινοβάτης). Το μέγεθος της ήττας ανάλογα με το ποιος κατατρόπωσε τον εκάστοτε ήρωα του Ντάρελ φανερώνει το μέγεθος του μεγαλείου του ηττηθέντος. Ποτέ δεν συντρίβει ολοκληρωτικά η ήττα, η προδοσία, η απώλεια τους πρωταγωνιστές του μέγιστου σκηνοθέτη Ντάρελ: τους τσαλακώνει, τους αποκαρδιώνει, τους αποκαθηλώνει σε διαστάσεις ανθρώπινες ελάχιστες, τους απογυμνώνει από τη χρυσόσκονη που τους περιέβαλλε στο πρώτο μέρος της τετραλογίας και την επίφαση του dolce far niente, αλλά ταυτόχρονα τους καταξιώνει στο πάνθεον των επιζησάντων, των αναδειχθέντων και αποδειχθέντων ηρώων του καθημερινού.
Η πορεία των ηρώων είναι κατιούσα ως προς τις εξωτερικές συνθήκες τους, απολύτως ανιούσα ως προς την πορεία τους προς την αυτοπραγμάτωση. Εξανθρωπίζονται, καθώς εξαθλιώνονται συναισθηματικά και υλικά. Ο εξωτερικός πόλεμος τους επηρεάζει, η εσωτερική πάλη τους εξουθενώνει, όμως αντέχουν. Αυτό ίσως είναι το μέγιστο δίδαγμα του Ντάρελ: ο άνθρωπος είναι καμωμένος να αντέχει και στο τέλος μπορεί να μείνει λειψός, αλλά θα παραμείνει, αρκεί να είναι πιστός στην ουσία του εαυτού και του κόσμου, ακόμη κι όταν ο κόσμος δεν συμμορφώνεται προς την επιθυμία και τον κόπο του ανθρώπου.

Τέλος, οι άνθρωποι στο σύμπαν του Λόρενς Ντάρελ δεν καθηλώνονται, είναι πτηνά αποδημητικά, είναι ουσίες φευγαλέες, είναι παρουσίες διάττουσες, είναι αύρες που αφορούν ακροθιγώς και εξαχνώνονται στο βάθος του ορίζοντα των σχέσεών τους. Οι ήρωες πηγαινοέρχονται, κυριολεκτικά από τόπο σε τόπο, και μεταφορικά από απόφαση σε απόφαση, από σχέση σε σχέση, από συναίσθημα σε συναίσθημα. Ταλαντεύονται και ταλαντώνονται κάποτε με τρόπο που δημιουργεί συντονισμούς, κατά τη φυσική έννοια, και τότε ανατρέπονται δεσμοί και γέφυρες που δομήθηκαν με κόπο και ίσως λίγο δόλο – ο Ντάρελ είναι μέγας ρομαντικός, αλλά δεν έχει αυταπάτες για τη φαυλότητα του ανθρώπου. Κι εκεί που οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται κι οι διαδρομές τους κάποτε συγκλίνουν, δίνουν υποσχέσεις που δεν έχει σημασία αν θα τηρηθούν: υποσχέσεις επιστροφής και ανταμώματος. Το κατευόδιο των ηρώων του Ντάρελ δεν είναι ποτέ αντίο, είναι πάντοτε εις το επανιδείν. Το επανιδείν τοποθετείται κάπου στο ακαθόριστο μέλλον, στο μυαλό και στη διάθεσή τους κοντινό. Ο χρόνος και η πικρή επίγνωσή του τους δίδαξε πια στην Κλέα, το τέταρτο και τελευταίο μέρος της τετραλογίας, ότι δεν εξαρτάται από τη δική τους βούληση το αν και το πότε. Η αντοχή τους όμως τους έμαθε ότι, στον βαθμό που είναι στο χέρι τους, οι ζωές τους θα διασταυρώνονται πάντα σ' ένα ωραίο γαϊτανάκι από αναμνήσεις παλιές και μελλοντικές ιστορίες που περιμένουν υπομονετικά να συμβούν και να γίνουν με τη σειρά τους ανάμνηση:

'We'll be meeting again quite soon', he said quietly. 'You can't shake me off. The Wandering Jew, you know. But I'll keep you posted about Clea. I'd say something like "Come back to us soon", if I didn't have the feeling that you weren't going to. I'm damned if I know why. But that we'll meet again I'm sure.' (Lawrence Durrell, The Alexandria Quartet: Clea)

Πηγή: http://diastixo.gr/


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Φερνάντο Πεσσόα "Το Βιβλίο της Ανησυχίας"




Γράφει ο Δημήτρης Παλάζης




Το Βιβλίο της Ανησυχίας είναι το κορυφαίο έργο του Πορτογάλου συγγραφέα Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935).

Δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατό του και η πρώτη πλήρης μορφή μόλις το 1982. Στη διάρκεια της ζωής του εκδόθηκε μόνο ένα βιβλίο, Το μήνυμα, μια μορφή πατριωτικής ποίησης μυστικιστικού χαρακτήρα.


Ο Πεσσόα χρησιμοποίησε πολλούς ετερώνυμους. Η πρωτοτυπία του είναι ότι κάθε ετερώνυμος εμφανίζεται σαν μια ολοκληρωμένη συγγραφική προσωπικότητα με συγκεκριμένο ύφος και στυλ γραφής.

Ο ήρωας του Βιβλίου της Ανησυχίας και φερόμενος ως συγγραφέας του, ο Μπερνάντο Σουάρες, που βιοπορίζεται ως βοηθός λογιστή, θεωρείται ως ημι-ετερώνυμος γιατί προσεγγίζει πολύ τον ίδιο τον Πεσσόα.

Οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια δίνουν μια επιλογή κειμένων από το Βιβλίο της Ανησυχίας σε μετάφραση Άννυ Σπυράκου. Η επιλογή των κειμένων ακολουθεί μια λογική ανάπτυξης των σκέψεων του συγγραφέα και η συνέχεια κάποιων κεφαλαίων είναι προφανής. Ο Αναγνώστης αποκτά μια συγκεντρωμένη εικόνα των προβληματισμών του συγγραφέα και των πεδίων της συγγραφικής του αναζήτησης. Εσωτερικός μονόλογος, δοκιμιακή γραφή, ημερολογιακή γραφή, πεζό ποίημα, απουσία πραγματικού κεντρικού θέματος, ό,τι με λίγα λόγια χαρακτήριζε το ρεύμα του μοντερνισμού στην εποχή του εμπεριέχονται στο Βιβλίο της Ανησυχίας. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει τον εαυτό του, ως ολοκληρωμένου δέκτη του νοήματος της εποχής του και στοχάζεται σε βάθος ως τα άκρα της ίδιας του της ύπαρξης, αποκαλύπτοντας μας πλευρές οικείες ή ανοίκειες.

Το έργο του κρατά τη μαγεία της εποχής με τον τρόπο που την αποδίδει. Τα ταξίδια που αρνήθηκε ο συγγραφέας στον εαυτό του χάρη του μεγάλου ταξιδιού του στα ενδότερα της ύπαρξης ή του ανοίγματος του μικρού, του καθημερινού βιώματος σε όλη του τη λεπτομέρεια, οδηγούν το αναγνώστη στο δικό του ταξίδι διεύρυνσης, εστίασης, αποκάλυψης.

Ο ετεροχρονισμός της εμφάνισης αυτού του σημαντικού έργου αναμένεται να έχει επιδράσεις απ' ευθείας σε νεώτερους συγγραφείς, απ' ότι τα έργα διάσημων συγχρόνων του, όπως ο Τζόις, που έφτασαν ως τις μέρες μας μέσα από το φίλτρο των παλιότερων γενιών.

Απλή επιδίωξη ή προφητικός ο λόγος του Μπερνάντο Σουάρες στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου;

"Μια μέρα ίσως καταλάβουν πως εκπλήρωσα, όπως κανένας άλλος, το εγγενές μου καθήκον να ερμηνεύσω ένα κομμάτι του αιώνα μας…"

Πηγή: http://www.critique.gr/

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Τα γαλάζια άνθη

Πώς να μη χαιρετίσουμε την έκδοση των Γαλάζιων ανθέων του Ρεϊμόν Κενώ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, ενός πραγματικού κοσμήματος του χιούμορ, όταν το χιούμορ είναι τόσο σπάνιο και τόσο πολύτιμο; «Το χιούμορ» λέει ο συγγραφέας «είναι αυτό που απαλλάσσει τα υψηλά συναισθήματα από τη βλακεία τους»! Να παρακολουθείς το θέαμα του κόσμου μέσα από το γέλιο είναι πράγματι μια φιλοσοφία ζωής. Εκεί έγκειται όλη η προβληματική του τραγικού και του κωμικού. Ο Κενώ έκανε την επιλογή του. Αφού ο κόσμος είναι παράξενα φτιαγμένος και η γλώσσα είναι αυτή που είναι, δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις. Αρα καλύτερα να γελάς παρά να κλαις!

Οι ήρωες του Κενώ το γνωρίζουν αυτό, το κάνουν πράξη; Πώς φέρονται στα Γαλάζια άνθη; Ποιοι είναι; Σύμφωνα με τη μεταφράστρια, είναι «πιο εύκολο να χωρέσεις τον Σηκουάνα σε κουτάλι παρά να συνοψίσεις τα Γαλάζια άνθη»! Αυτό τα λέει όλα! Ούτως ή άλλως, οι χαρακτήρες του Κενώ είναι αντι-ήρωες: ο Συδρολίνος είναι ένα ασήμαντο ανθρωπάκι, ένας αργόσχολος φουκαράς, φαινομενικά άκακος. Θυμίζει τα πρόσωπα της ιταλικής Commedia del Arte (τον Πιερότο, τον Αρλεκίνο) ή τον πιο κοντινό μας Σαρλό. Ζει πάνω σε μια μαούνα αραγμένη στις όχθες του Σηκουάνα και η ημέρα του περνά με ξάπλα και όνειρα. Ονειρεύεται ένα πρόσωπο, τον ντ Ωγέ, ο οποίος διασχίζει φουριόζος τη γαλλική ιστορία, με γιγαντιαίες δρασκελιές 175 χρόνων (τον βρίσκουμε το 1264 να συζητά με τον Αγ. Λουδοβίκο, έπειτα το 1439 να αγοράζει κανόνια, το 1614 να παραβιάζει την πόρτα του αλχημιστή Τιμολέο Τιμολέι, που παλεύει να ανακαλύψει το μυστικό του χρυσού, αλλά και το 1789, στις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης). Τελικά ο ανεκδιήγητος δούκας προσγειώνεται στο 1964, για να έρθει αντιμέτωπος μαζί του. Στιγμή αληθείας, σημαίνουσα συνάντηση με τον άλλον εαυτό του: ο ένας είναι ο άλλος.

Οπως ο ντ Ωγέ ενσαρκώνει τη μνήμη της ανθρωπότητας, το παρελθόν απ όπου ο καθένας μας, με τη διαμεσολάβηση του Συδρολίνου, αντλεί την ουσία των ονείρων του. Ποιος από τους δύο ήρωες είναι ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος; Ποιος ονειρεύεται ποιον; Είναι ένα εύλογο ερώτημα, πολλώ μάλλον που ο Συδρολίνος, παραμένοντας αμετανόητα άπραγος, δεν κάνει τίποτε για να διεκδικήσει τη μυθιστορηματική πρωτοκαθεδρία (δεν το κουνάει από τη μαούνα του!), ενώ ο ντ Ωγέ όχι μόνο ανοίγει και κλείνει το μυθιστόρημα αλλά βρίσκεται σε συνεχή έξαρση. Ενα ανεξάντλητο παιχνίδι αντικατοπτρισμών, που ανακλάται και σε κάποιες ομοιότητες των ηρώων: είναι αμφότεροι χήροι, έχουν τρίδυμες θυγατέρες, ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους με κόρες ξυλοκόπων και πάει λέγοντας. Μας πιάνει ίλιγγος. Χανόμαστε. Συνερχόμαστε. A, μάλιστα, να μαστε! «Κάθε έργο είναι δύσκολο» λέει ο Κενώ. «Οχι πως η δυσκολία είναι δείγμα υπεροχής, δεν είναι καν υποχρεωτική· αλλά πρέπει να υπάρχει προσπάθεια, τουλάχιστον για κάτι περισσότερο. Για να ακολουθήσεις την πτήση του πουλιού πρέπει να στρέψεις τα μάτια ψηλά... Ετσι και με τον Οδυσσέα του Τζόυς, που αρχικά διαβάζεται σαν μυθιστόρημα· κατόπιν, πας πέραν αυτού».

Πράγματι το παιγνιώδες αυτό μυθιστόρημα, που μοιάζει να μην παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, οδηγεί πέραν της ανησυχίας τον άνθρωπο που δεν τον ικανοποιεί η τρέχουσα λογική: «Οταν εκφέρω κάποιον ισχυρισμό, αντιλαμβάνομαι αμέσως ότι ο αντίθετος ισχυρισμός είναι περίπου εξίσου ενδιαφέρων, σε σημείο που το πράγμα καταντά για μένα σχεδόν δεισιδαιμονία». Πώς να ξεχάσουμε ότι το έργο του Κενώ ξεκίνησε στον Μεσοπόλεμο, εντός του υπερρεαλιστικού κινήματος, και ανθοφόρησε την εποχή του υπαρξισμού του Σαρτρ και του μπεκετικού παραλόγου;

Και αν ο Κενώ «δίνει γερή κλωτσιά στον πισινό της γλώσσας» είναι γιατί οι λέξεις απέδειξαν την αναποτελεσματικότητά τους. Πρόσωπα σαν τον Χίτλερ ή τον Στάλιν κατάφεραν να ντύσουν με ωραίες ρητορείες τα αθλιότερα εγκλήματα χάρη σε μια γλώσσα που οι λέξεις της είχαν εκτραπεί από το σύνηθες νόημά τους για να νομιμοποιήσουν το απαράδεκτο. Δεν συντρέχει λόγος, μας λέει λοιπόν ο Κενώ, να σεβαστούμε τις λέξεις. Αληθινή απόψυξη! Λεκτικές μεταποιήσεις, παραφθορές και αποκλίσεις, καταιγισμός λογοπαιγνίων, φωνητική γραφή, νεολογισμοί ων ουκ έστιν αριθμός. Οι λέξεις κάνουν τρέλες! Και τούτο γιατί πίσω από τους μηχανισμούς της κωμωδίας κρύβεται το σοβαρότατο γλωσσικό και λογοτεχνικό ζήτημα. Δεν είναι καθήκον του συγγραφέα, ρωτά ο Κενώ, να αποδείξει τη ζωντάνια της γλώσσας;

Ο ίδιος μάλιστα συνειδητοποιεί την απόσταση που χωρίζει τη συμβατική γαλλική γλώσσα από την «αληθινή», προφορική, όταν ταξιδεύει το 1932 στην Ελλάδα και πληροφορείται από τους έλληνες φίλους του, Εμπειρίκο, Δημαρά, Ουράνη, Κατσίμπαλη, Καλαμάρη, το χάσμα μεταξύ της καλλιεργημένης καθαρεύουσας και της καθομιλούμενης δημοτικής. Είναι γι αυτόν μια αποκάλυψη! Θεωρεί ότι το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και για τα γαλλικά. Θέλει να ξαναβρεί τη γλώσσα του μετρό, των μπιστρό, να μεταγράψει τον ρυθμό της, τη μελωδία της. Πόση δουλειά όμως για να την αποδώσει γραπτώς! Ο Κενώ επιβάλλει στον εαυτό του δρακόντειους κανόνες, αισθητικούς περιορισμούς, χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει εξάλλου, κατ εκείνον, μυθιστόρημα - τον έχουν σημαδέψει τα αναγνώσματα του Τζόυς, του Σελίν. «Ο περιορισμός» λέει «μου ελευθερώνει τη φαντασία» - κάποιοι που έχουν περάσει από τη γαλλική σχολή το καταλαβαίνουν ίσως καλύτερα αυτό! Βρισκόμαστε αναμφίβολα στο πεδίο της λογοτεχνίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τον Κενώ τον διεκδίκησε ο κινηματογράφος: ο Λουί Μαλ θα μεταφέρει στην οθόνη τη διαβόητη Ζαζί στο μετρό· ο ίδιος ο Κενώ θα υπογράψει τη γαλλική μεταγλώττιση ταινιών όπως το La Strada του Φελίνι, τα Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας του Μπέργκμαν και τον Θάνατο στον κήπο του Μπουνιουέλ.

Στο σύμπαν του Κενώ οι ήρωες μοιάζουν - το είπαμε ήδη - ασήμαντοι. Ενας άνθρωπος σαν τον Συδρολίνο ικανοποιείται από τα πιο φτενά πράγματα και δεν ζορίζεται διόλου για τα μεγάλα. Αιωρείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αιωρείται στο γαλάζιο. Βλέπουμε έναν Συδρολίνο να φυτοζωεί μέσα στο κουκούλι της μαούνας του. Κοιμάται, ονειρεύεται, ξυπνά, μπογιατίζει, σβήνει, κοιμάται, ξυπνά... Ως την άφιξη της Λαλίξ.

Ωστόσο στο φιλόδοξο αυτό μυθιστόρημα ανακύπτει επίσης το ερώτημα της φιλοσοφίας της Ιστορίας. Προσεκτικός αναγνώστης του Χέγκελ, ο Κενώ ανιχνεύει ακατάπαυστα το ιστορικό γίγνεσθαι. Πραγματικό κομμάτι ανθολογίας, η ακόλουθη ζωηρή συζήτηση περί της παγκόσμιας ιστορίας, γενικά και ειδικά, που δεν θα είχε αρνηθεί ούτε ο Φερνάν Μπροντέλ:

«Πες μου» ρωτάει ο δούκας τον αβά Κανειτόν Καμποσό «αυτή η Σύνοδος της Βασιλείας είναι παγκόσμια ιστορία;»

«Μάλιστα, ναι. Παγκόσμια ιστορία γενικώς».

«Και τα κανονάκια μου;»

«Γενική ιστορία ειδικώς».

«Και ο γάμος των θυγατέρων μου;»

«Ούτε καν συμβαντολογική ιστορία. Μικροϊστορία το πολύ πολύ». 
«Συμβαντο- πώς;» ουρλιάζει ο δούκας ντ Ωγέ. «Τι διάολο γλώσσα είναι αυτή; Μπας κι είναι σήμερα Πεντηκοστή;»

Ο Κενώ είναι μακράν του να αποδώσει μια κατεύθυνση στην Ιστορία. H μόνη ιστορία που τον ενδιαφέρει είναι η ιστορία των αλλαγών και των ανακαλύψεων: η φωτιά, ο τροχός, το άτομο. Αλλά για ποια μοίρα, διερωτάται ο συγγραφέας. Και αν το Ον ταυτίζεται με το Κακό; Και αν το Καλό, ευάλωτο και εφήμερο, δεν είναι παρά η αυταπάτη; Ενα μη Ον; Είναι για γέλια λοιπόν ή για κλάματα; Κομψότατος, ο Κενώ επιλέγει το γέλιο, παραμένοντας όμως απέραντα σοβαρός. Μεγάλη τέχνη, που υπηρετήθηκε από τη μετάφραση, τους θησαυρούς της οποίας θα άξιζε να παραθέσουμε εκτενώς. Μετάφραση ενός μυθιστορήματος που ο μεγάλος Ιταλο Καλβίνο - μεταφραστής των Γαλάζιων ανθέων στα ιταλικά - θεωρούσε μη μεταφράσιμο. H χάρη της συνεύρεσης μιας μεταφράστριας και ενός κειμένου.



Κατρίν Βελισσάρη (ΤΟ ΒΗΜΑ, 18-01-2004)


Ρειμόν Κενώ 





Μοναχογιός του Αυγούστου Κενώ (Auguste Queneau) και της Ζοζεφίν Μινιό (Joséphine Mignot) που είχαν κατάστημα ψιλικών, ο Ρεϊμόν γεννήθηκε το 1903 στη Χάβρη. Εκεί μεγάλωσε και έκανε τις πρώτες σπουδές του. Πήγαινε συχνά με τον πατέρα του στον κινηματογράφο, διάβαζε πολύ και ξεκίνησε να γράφει από την εφηβική του ηλικία. Έπειτα πήγε στο Παρίσι για να πάρει πτυχίο φιλολογίας και φιλοσοφίας (License de philosophie et de lettres) από τη Σορβόνη (1924). Εκεί εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά κρίσεις άσθματος.
Εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Αλγερία και στο Μαρόκο, όπου ήρθε σε επαφή με την αργκό αλλά και με τηναραβική γλώσσα, όμως παράλληλα παρακολουθούσε τη λογοτεχνική κίνηση από αρκετά κοντά. Είχε συνεργαστεί μάλιστα στην έκδοση της Σουρεαλιστικής επανάστασης αλλά από το 1929 είχε ήδη διακόψει τις σχέσεις του με το κίνημα του Αντρέ Μπρετόν για προσωπικούς και πολιτικούς λόγους. Παντρεύτηκε την Ζανίν Καν (αδερφή παλιάς ερωμένης του Μπρετόν-1928) με την οποία απέκτησε τον μοναχογιό του Ζαν Μαρί Κενώ (Jean-Marie Queneau) το 1934. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στη σχολή «École pratique des hautes études» και παρακολούθησε σειρά μαθημάτων πάνω στον Χέγκελ από τον γνωστό καθηγητή Αλεξάντρ Κοζέβ (1935).
Διψασμένος για ταξίδια και γνώση επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1932 και ένιωσε βαθιά έκπληξη από το χάσμα που χώριζε την καθομιλουμένη από την καθαρεύουσα του γραπτού λόγου. Αυτός ο διαχωρισμός άλλωστε τον προβλημάτισε τόσο πολύ ώστε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αυτόν καθώς στη συγγραφική του πορεία έθεσε τον στόχο να απαλλάξει τη γαλλική γλώσσα από τις συμβατικότητες του γραπτού λόγου.
Αφού επιστρέψει, θα εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα-ποίημα με τίτλο «Le chiendent» για το οποίο θα κερδίσει άλλωστε και το μόλις θεσπισμένο -με αφορμή το βιβλίο του- βραβείο των Ντε Μαγκό. Κατόπιν ακολουθούν κάποια αυτοβιογραφικά έργα:Les derniers jours (1936), Odile (1937), Les enfants du limon (1938). Παράλληλα εργάζεται ως τραπεζικός αλλά και ως πωλητής μέχρι να προσληφθεί από τον εκδοτικό οίκο Γκαλιμάρ ως αναγνώστης και έτσι να μπορέσει να αφιερωθεί περισσότερο στη συγγραφή. Ιδρύει μαζί με τον Ζωρζ Πελορσόν την επιθεώρηση «Volontées», γράφει και εκδίδει βιβλία. Η πρώτη του επιτυχία θα είναι το Pierrot mon ami (1942) και θα γίνει διάσημος το 1959 με το βιβλίο «Η Ζαζί στο μετρό» (Zazie dans le métro) που θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον Λουί Μαλ. Η υστεροφημία του Κενώ όμως θα επισφραγισθεί από τα «Γαλάζια λουλούδια» (Les Fleurs bleues, 1965) καθώς και από ένα παλαιότερο έργο του, τις «Ασκήσεις ύφους» (Exercices de style, 1947).
Για κάποιο διάστημα στη δεκαετία του '30 ο Κενώ μελέτησε και κατέγραψε αυτούς που αποκαλούσε «les fous littéraires» (Οι τρελοί λογοτέχνες), συγγραφείς που είχαν διακηρύξει διάφορες εκκεντρικές θεωρίες. Κατέληξε στη συγγραφή ενός τόμου που υπερέβαινε τις 700 σελίδες που κανένας εκδότης δε θέλησε να εκδώσει. Μέρος της τεράστιας εργασίας του ενσωματώθηκε στο έργο του Les enfants du limon μέσω του ήρωα, κυρίου Σαμπερνάκ (Monsieur Chambernac) που ήταν συγγραφέας της «Εγκυκλοπαίδειας των Ανακριβών Επιστημών», ενός βιβλίου για τους «τρελούς λογοτέχνες».
Καθώς είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις επιστήμες, το 1948 γράφτηκε στη Μαθηματική Εταιρία Γαλλίας και μάλιστα αφοσιώθηκε στην εφαρμογή των μαθηματικών κανόνων στο λογοτεχνικό έργο. Από το 1950 συμμετείχε στο Κολλέγιο Παταφυσικής με το βαθμό του«Σατράπη» ενώ το 1951 τον δέχτηκε η Ακαδημία Γκωνκούρ και από το 1954 διηύθηνε τις εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις του εκδοτικού οίκουPleiade.
Κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου του κολλεγίου Παταφυσικής αποφάσισε μαζί με τον μαθηματικό Φρανσουά λε Λιονέ να ιδρύσουν τηνΟυλιπό (Oulipo, Ouvroir de la Litterature Potentielle = Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας) στην οποία συμμετείχαν πολλοί σημαντικοί λογοτέχνες.
Παρά τις πολλές απαιτητικές και διαφορετικές ενασχολήσεις του, ο Κενώ θα βρει τον χρόνο να εκφράσει την ποιητική του φλέβα αφού θα είναι άλλωστε και ο μοναδικός ποιητής που έχει καταφέρει να γράψει εκατό τρισεκατομμύρια ποιήματα («Cent Mille Milliards de Poèmes», 1961). Πρόκειται για ένα βιβλίο που έδινε τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ανακατέψει τις λέξεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθούν σύμφωνα με τους υπολογισμούς του συγγραφέα εκατό τρισεκατομμύρια ποιήματα.
Ο Κενώ πέθανε στις 25 Οκτωβρίου 1976. Ο τάφος του βρίσκεται στο παλιό νεκροταφείο του Juvisy-sur-Orge, στην Εσόν (Essonne) έξω από το Παρίσι.


Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Χρίστος Αργυρού "Ο άνθρωπος του βασιλέως"




Η ψεσινή μας συνάντηση με τον Χρήστο Αργυρού ήταν απόλυτα επιτυχημένη. Ο συγγραφέας μας μίλησε για το μακρύ ταξίδι της συγγραφής του βιβλίου του «Ο άνθρωπος του Βασιλέως», για την έμπνευση και για τη μελέτη πίσω από το μύθο. Στη συζήτηση που ακολούθησε άκουσε με πολλή προσοχή τα σχόλια και τις σκέψεις των μελών και φίλων των λεσχών ανάγνωσης και έδειξε γνήσιο ενδιαφέρον για την οπτική γωνιά του αναγνώστη. Μας κέρδισε με την σεμνότητα του λόγου του και την ειλικρινή χαρά που έκφρασε για την ευκαιρία που είχε να συζητήσει το έργο του μαζί μας. Τον ευχαριστούμε και ευχόμαστε να κάθε επιτυχία στο επόμενο πόνημα. 


Ζωή Χαζτηβασιλείου 

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Συνάντηση με το συγγραφέα Χρίστο Αργυρού





Το Δίκτυο "Ανάγνωσις" (Λέσχες Ανάγνωσης "Βιβλιοτρόπιο", "Πυρείον" και "Διά-Λογος")


 φιλοξενούν το συγγραφέα Χρίστο Αργυρού 


την ερχόμενη Πέμπτη 14 Ιουνίου στις 8.00μμ 


στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λεμεσό. 



Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Οταν η συγγραφέας βλέπει το μέλλον



Τορόντο, 13 Σεπτεμβρίου 1999.
Βρίσκομαι στον πέμπτο όροφο του «Toronto Colony Hotel» και διαβάζω την τελευταία σελίδα από την «Ιστορία της πορφυρής δούλης» (εκδόσεις Εστία). Το βιβλίο-αποδεικτικό στοιχείο ότι θεμέλιο της επιστημονικής φαντασίας μπορεί να είναι μια «υποδόρια» κοινωνική αλλαγή, χωρίς φουτουριστικά χάι-τεκ τερτίπια με κεραίες και μπλιπ μπλιπ. Η «πορφυρή δούλη» του τίτλου ανήκει σε ένα τάγμα «γυναικών προς τεκνοποίησιν» που παίρνουν εντολές από ένα ζοφερό θεοκρατικό καθεστώς. Ακριβώς όπως αυτό των Ταλιμπάν, των φανατικών ισλαμιστών στο Αφγανιστάν, θα μου εξηγήσει σε λίγα λεπτά η ίδια η Μάργκαρετ Ατγουντ. Η σουπερστάρ συγγραφέας του Καναδά που όχι μόνο κυρίεψε (τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες) αλλά και προφήτεψε τον κόσμο. Σκέφτομαι ότι τη «Φαγώσιμη γυναίκα» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) και τα γεύματα της σύγχρονης γυναίκας με τη νευρική ανορεξία τα «συνέλαβε» ήδη από το 1969. Οι ηρωίδες στα περισσότερα μυθιστορήματά της (ακόμη και σε αυτό το«Αλλο πρόσωπο της Γκρέις», εκδόσεις Ωκεανίδα, που βασίστηκε σε μια πραγματική βικτωριανή ιστορία) μοιάζουν να κοιτούν στο μέλλον. Σαν να κρούουν τον κώδωνα για κοινωνικές αλλαγές που ελλοχεύουν στην επόμενη γωνία. Η «σουφραζέτα» του φεμινιστικού κινήματος έχει κλείσει τα 60 χρόνια της και δεν έχει πάψει να προφητεύει. Κάτι τέτοιο «φοβάμαι» ότι θα συμβεί και με το καινούργιο μυθιστόρημά της ­ προς έκδοσιν το φθινόπωρο του 2000. Η συζήτησή μας θα λάβει χώρα από το τηλέφωνο ­ η συγγραφέας βρίσκεται τρεις ώρες μακριά από το Τορόντο, σε ένα αγροτόσπιτο, κάπου στο Νότιο Οντάριο. Ξεκινάμε την κουβέντα από ένα ντοκυμαντέρ που είχε τύχει κάποτε να δω για τη ζωή της (γυρισμένο στις αρχές της δεκαετίας του '70): «Ναι, το θυμάμαι αυτό το παλαβό φιλμ» μου λέει ξεκαρδισμένη στα γέλια. «Ηταν ένας αυστραλός σκηνοθέτης που επιθυμούσε να πάθω νευρική κατάπτωση μπροστά στην κάμερα. Ή τουλάχιστον να ομολογήσω μια κάποια σεξουαλική κακοποίηση. Τι κρίμα, αλήθεια, να απογοητεύεις κάποιον που σε νομίζει προβληματική σουπερστάρ»...

Το να θέλεις να γνωρίσεις έναν συγγραφέα επειδή σου αρέσουν τα βιβλία του είναι σαν να επιθυμείς να γνωρίσεις διά ζώσης μια πάπια επειδή κάνει καλό πατέ
Καθ' ότι έχω την τύχη να συνομιλώ με την πρώτη κυρία των γραμμάτων του Καναδά και καθ' ότι εγώ τυγχάνω μια απλή και αφελής τουρίστρια, θα ήθελα να σάς ζητήσω να μου... εξηγήσετε εν συντομία αυτήν τη χώρα.
«Είναι πολύ συγκεκριμένα τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσεις για να κατανοήσεις τον Καναδά. Πρώτα απ' όλα οφείλεις να ξεκινήσεις με τη γεωγραφία. Μια αχανής έκταση, η μεγαλύτερη χώρα του πλανήτη. Στη συνέχεια προσθέτεις τη γεωλογία. Πέτρα και ένα αραιοκατοικημένο παγωμένο σύμπαν. Είναι πολύ περιορισμένη η κατοικήσιμη ποσότητα γης. Οι περισσότεροι είναι συγκεντρωμένοι στο Οντάριο και στο Κεμπέκ. Το επόμενο βήμα είναι να εξετάσεις τις σχέσεις της με άλλες χώρες. Από τη μια πλευρά η Ρωσία, από την άλλη οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το αποτέλεσμα ένα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα πολιτισμικής πίεσης. Ακόμη και στο Κεμπέκ, που λόγω γαλλόφωνης "μειονότητας" η διατήρηση μιας εθνικής ταυτότητας είναι πιο εφικτή από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα.
Θα σας δώσω ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Αν μπεις σήμερα σε ένα καναδικό βιβλιοπωλείο, τα περισσότερα βιβλία στα ράφια θα είναι αμερικανικά μπεστ σέλερ. Ακολουθούν οι γαλλικής καταγωγής εκδόσεις και τελευταία βέβαια η εγχώρια παραγωγή. Η αμερικανοποίηση ­ ή ομοιογενοποίηση ή παγκοσμιοποίηση, όπως θέλετε πείτε την ­ γίνεται πλέον αισθητή παντού. Μόνο ο κινηματογράφος μας έχει πεισμώσει. Πρόκειται για τη μοναδική χώρα του κόσμου όπου το 99% της κινηματογραφικής παραγωγής είναι αποκλειστικά και μόνο ντόπια. Και είναι μεγάλη ειρωνεία για έναν τόπο που διαθέτει όλους τους φυσικούς πόρους για να μην έχει ανάγκη κανέναν απολύτως. Βιώνουμε όμως καθημερινά την αμερικανική εισβολή. Για εσάς τους ευρωπαίους είναι πολύ πιο πρόσφατη, για εμάς είναι εδώ και χρόνια φυσική κατάσταση».
Ποια θα λέγατε αλήθεια ότι είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από τον Καναδά;
«Οτι δεν υπάρχει! Ξέρετε πόσες φορές έχω συναντήσει κόσμο να με ρωτά με απορία: "Μα, πού στο καλό βρίσκεται αυτό το μέρος;"».
Εχω την αίσθηση ότι κάτι παρόμοιο συνέβαινε μέχρι πρότινος και με την καναδική λογοτεχνία.
«Ναι, είναι αλήθεια ότι για πολλά χρόνια το να δηλώνεις καναδός συγγραφέας ήταν ένας εφιάλτης! Η άνθηση της καναδικής λογοτεχνίας όμως δεν ήταν και τόσο ξαφνική όσο νόμισε ο κόσμος. Δεν συντελέστηκε απλά μέσα σε μια εικοσαετία. Οι περισσότεροι αγνοούν ότι τη δεκαετία του '20 αυτή η χώρα παρήγαγε σωρεία μπεστ σέλερ. Μετά βέβαια τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του '30, τα τραύματα του πολέμου και την εξάπλωση της "φτηνής" (paperback) έκδοσης στις ΗΠΑ, η λογοτεχνία στον Καναδά έχασε έδαφος. Η δική μου γενιά άρχισε να κάνει τα πρώτα δειλά βήματά της τη δεκαετία του '50. Καλύτερη μοίρα είχε η ποίηση, που ήταν εν γένει πολύ πιο φτηνή. Ως τότε οι εκδότες ήταν μάλλον φοβισμένοι, μας απέφευγαν όπως ο διάολος το λιβάνι. Από τη δεκαετία του '60 και του '70 άρχισαν οι κυβερνητικές επιχορηγήσεις και ο εκδοτικός κόσμος αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πλέον πρόσφορο αναγνωστικό κοινό. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες επισημοποιήθηκε αυτή η αναγέννηση. Αλλά, όπως σας είπα, δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που το να είσαι Καναδός και να γράφεις ήταν κάτι σαν φυσικό ελάττωμα».
Πόσο μάλλον όταν τυγχάνεις και... γυναίκα.
«Και όμως, το γένος δεν ήταν και τόσο επιβαρυντικό στοιχείο. Θα σας φανεί τρελό αλλά το να έχεις καναδική υπηκοότητα εθεωρείτο πολύ μεγαλύτερο μειονέκτημα από το να είσαι γυναίκα».
Εσείς πάντως, που ανήκετε και στις δύο... κατηγορίες, περάσατε δύσκολους καιρούς. Αν δεν κάνω λάθος, έχετε κατηγορηθεί σχεδόν για τα πάντα.
«Ευτυχώς, δεν έχω ακόμη κατηγορηθεί για φόνο! Με έχουν πει εθνικίστρια, εθνοβόρο, μικροαστή, χίπισσα, φεμινίστρια, αντιφεμινίστρια, αριστερίστρια, δεξιά ως το κόκαλο... Τουλάχιστον κανείς δεν θέλησε να με κατηγορήσει ότι είμαι ξανθιά (θα παραήταν κραυγαλέο, δεν νομίζετε;). Πού το αποδίδω; Στο ότι πολύ απλά ο κόσμος δεν ξέρει να διαβάζει. Θυμάμαι μια εντελώς παρανοϊκή κριτική που είχα την τύχη να διαβάσω κάποτε για το άτομό μου. "Στο νέο της βιβλίο η Μάργκαρετ Ατγουντ καταπιάνεται με το τόσο προσφιλές της θέμα: τις τρίχες!". Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω ποιο ήταν το ερέθισμα του βιβλιοκριτικού γι' αυτήν την εξωφρενική διαπίστωση».
Είναι αλήθεια ότι η «Ιστορία της πορφυρής δούλης» (1987, εκδόσεις Εστία)βρίσκεται στη λίστα με τα πιο λογοκριμένα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες;
«Καταλαμβάνει την 48η θέση αυτήν τη στιγμή στη σχετική λίστα. Μη νομίζετε ότι πρόκειται για βιβλία που ρίχνονται στην πυρά. Απλά δεν τα διδάσκουν στα σχολεία και δεν τα δίνουν ποτέ σε βιβλιοθήκες. Φαίνεται ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν βρήκε και τόσο σύμφωνους τους χριστιανούς φονταμενταλιστές! Ισως κάποια πράγματα που ειπώθηκαν στην "Ιστορία της πορφυρής δούλης" να αποδείχθηκαν και προφητικά. Πάρτε για παράδειγμα αυτά που συνέβησαν στο Αφγανιστάν. Οι Ταλιμπάν επέβαλαν στις γυναίκες ένα θεοκρατικό καθεστώς παρόμοιο με αυτό του μυθιστορήματος. Τάγματα "γυναικών ικανών μόνον προς τεκνοποίησιν", τιμωρία με λιθοβολισμό ή θάνατο, αντί για φορέματα μπούρκα που κρύβουν με ένα δίχτυ το πρόσωπο».
Εχοντας ζήσει το γυναικείο κίνημα από τα πρώτα του βήματα, ποια πιστεύετε ότι είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη σύγχρονη γυναίκα;
«Πρώτον, το ότι ενώ της έταξαν ότι μπορεί να τα έχει όλα, κάποια στιγμή ανακαλύπτει ότι μια μέρα χωράει μόνο 24 ώρες και ότι καθένας μας έχει μονάχα ένα κορμί. Δεύτερον, κάποτε οι ζωές των ανθρώπων ήταν πολύ προσεκτικά προχαραγμένες. Αντιθέτως, σήμερα υπάρχει πολύς αυτοσχεδιασμός, πολλές επιλογές, πολύ μεγάλη συμμετοχή του παράγοντα τύχη, πολλή μοναξιά. Γιατί ενώ τα πλέον ακανθώδη γυναικεία αιτήματα έχουν θεωρητικά ικανοποιηθεί, η αλήθεια είναι ότι ακόμη και σήμερα μια γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με πολύ περισσότερους συμβιβασμούς από ό,τι ένας άνδρας».
Το θέμα της ενοχής επανέρχεται σχεδόν σε κάθε σας βιβλίο. Θεωρείτε ότι πρόκειται για αναπόσπαστο κομμάτι της γυναικείας ψυχολογίας;
«Της ανθρώπινης ψυχολογίας γενικότερα θα ήταν, νομίζω, το πιο σωστό. Στις γυναίκες βέβαια συνήθως εκπορεύεται από συγκεκριμένες περιοχές της ψυχής τους. Συνήθως περιστρέφεται γύρω από το σεξ και τα παιδιά. Δύο περιοχές στις οποίες είναι δυνατόν να πληγώσεις άλλους ανθρώπους. Οχι ότι και οι άντρες δεν έχουν τώρα πια ενοχές για τα παιδιά τους (και πιο πρόσφατα και για το σεξ). Βέβαια η ενοχή μάς είναι απαραίτητη. Αν χαθεί θα την έχουμε άσχημα, γιατί θα σημαίνει ότι θα έχουμε πλέον απολέσει και το παραμικρό ίχνος ηθικού φραγμού. Το ίδιο ισχύει και για την ντροπή, ένα λιγότερο ίσως προσωπικό συναίσθημα. Γιατί αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συλλογική εικόνα της κοινωνίας».
Ποια θα ήταν η συνταγή επιβίωσης που θα δίνατε ως μάχιμη συγγραφέας στη γυναίκα του τέλους της χιλιετίας;
«Δεν θα ήμουν ποτέ τόσο επηρμένη ώστε να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Κάθε γυναίκα επηρεάζεται από τα εκάστοτε κοινωνικά δεδομένα που την περιστοιχίζουν. Και συνήθως είναι η πρώτη που επηρεάζεται λόγω της πιο εύθραυστης ιδιοσυγκρασίας της. Θα μπορούσα ίσως να την προτρέψω να αναπτύξει τις δυνάμεις της διορατικότητάς της. Γιατί η εσωτερική επαγρύπνηση είναι το τίμημα της ελευθερίας (και δεν το είπα εγώ πρώτη αυτό). Ισως να την συμβούλευα και κάτι άλλο. Να μη θεωρεί τίποτε δεδομένο. Τα πάντα μπορεί να μεταμορφωθούν με ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού. Η Ελλάδα το γνωρίζει καλά αυτό. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο θέμα του σεισμού!».
Φαντάζομαι ότι η φιλελεύθερη ανατροφή σας θα συνεισέφερε τα μέγιστα στον τρόπο που οικοδομήθηκε η σκέψη σας.
«Ναι, έχετε δίκιο, ήταν πολύ φιλελεύθερη και αρκετά αποκομμένη από τον έξω κόσμο η ανατροφή μου. Μην αποκομίσετε όμως καμία εσφαλμένη εντύπωση. Οι γονείς μου δεν ήταν τίποτα χίπις. Ούτε καν κάπνιζαν! Απλά δεν επιζητούσαν να επιβάλουν στο παιδί τους βικτωριανό καθεστώς. Τους ενδιέφερε πολύ να εξερευνούν το φυσικό περιβάλλον ­ άλλωστε ο πατέρας μου ήταν εντομολόγος. Χάρη σε αυτούς ήρθα από νωρίς σε επαφή με την άγρια φύση. Και αυτό μου επέτρεψε να μάθω από παιδί ακόμη πράγματα που οι περισσότεροι αγνοούσαν. Για παράδειγμα, είμαι δεινή μαραγκός, πολύ καλή... χειρίστρια του κανό, ξέρω να ανάψω φωτιά μέσα στη βροχή. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν ταιριάζει στους γονείς μου το "προοδευτικοί". Είναι πιο κοντά στο "εκκεντρικοί"».
Είστε από τα πλέον διάσημα εξαγώγιμα προϊόντα του Καναδά. Τα βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες. Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σουπερστάρ;
«Κοιτάξτε, το γράψιμο δεν είναι όπως ο κινηματογράφος. Δεν μας ακολουθούν στον δρόμο οι θαυμαστές μας, ούτε έχει ποτέ αποπειραθεί κανείς να μας σκίσει τα ρούχα. Από την άλλη πλευρά όμως, το βιβλίο μένει για πολύ περισσότερο χρόνο στα ράφια των καταστημάτων. Δεν είσαι βέβαια εκεί την ώρα που ο αναγνώστης απολαμβάνει τον καρπό των μόχθων σου. Και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να σε γνωρίσει. Το να επιθυμείς να συναντήσεις από κοντά έναν συγγραφέα επειδή σου αρέσουν τα βιβλία του είναι σαν να θέλεις να γνωρίσεις διά ζώσης μια πάπια επειδή κάνει καλό πατέ!».
Ναι, μόνο που τελευταία βιώνουμε τη σταδιακή απομυθοποίηση του συγγραφέα.Δεν υπάρχει πλέον ο παλιός πέπλος μυστηρίου.
«Σίγουρα οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Οι εκδότες θεωρούν πλέον καθήκον τους να φέρουν τους συγγραφείς όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κοινό τους. Εξ ου και οι συνεχείς συγγραφικές περιοδείες και τα αυτόγραφα. Πιστέψτε με, το έχω βιώσει αυτό το στάδιο και ήταν εξαιρετικά φθοροποιό».
Ποιος είναι ο ιδεώδης αναγνώστης για σας;
«Ο δικός μου ιδεώδης αναγνώστης δεν έχει συγκεκριμένη ηλικία, εθνικότητα ή φύλο. Είναι επιδέξιος αναγνώστης, με την έννοια ότι ξέρει να βρίσκει το νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις, ότι δεν θα μου συγχωρούσε καμία παρασπονδία, ότι θα κατόρθωνε να αποκωδικοποιήσει την ίδια τη μουσικότητα του κειμένου».
Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας καλείται να περάσει κάποια ­ οιαδήποτε ­ σοφία στον αναγνώστη του;
«Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Πώς γίνεται να μην του μεταβιβάσεις κάποιο είδος προσωπικής σοφίας; Δεν υπάρχει κανένα κείμενο χωρίς νόημα. Ο αναγνώστης θα βρει σίγουρα κάποια δίοδο για την αποκρυπτογράφησή του. Ακόμη και αν χρησιμοποιήσεις λέξεις που δεν υπάρχουν, που δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα, εκείνος θα ανακαλύψει κάτι. Μην ξεχνάτε ότι έχει επαναπροσδιορισθεί το ανθρώπινο ον: ένα ζώο ικανό να διαβάζει σύμβολα. Μόνο που οι αναγνώσεις ποικίλλουν. Θα μένατε πραγματικά άναυδη αν βλέπατε πόσα διαφορετικά μηνύματα έχουν αποκομίσει διαφορετικοί άνθρωποι από τη βιβλιογραφία μου».
Μια που το έφερε η κουβέντα, ποιο είναι το πιο αλλόκοτο σχόλιο που σας έχουν κάνει ποτέ για τα βιβλία σας;
«... Περιμένετε λιγάκι να σκεφτώ. Προτιμώ να σας πω το σχόλιο που μου είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια του γυναικείου κινήματος, όταν μόλις είχα εκδώσει το βιβλίο μου "Power politics" (1971), ήρθε ένας νεαρός με τη σύζυγό του και μου είπε: "Διαβάσαμε το βιβλίο σας και έσωσε τον γάμο μας!". Δεν ξεχνώ επίσης και ένα γράμμα που είχα λάβει από έναν απογοητευμένο νεαρό: "Αν είχα διαβάσει νωρίτερα το βιβλίο σας, θα είχα κατανοήσει νωρίτερα τις γυναίκες"».
Ποια είναι η θέση του γυναικείου κινήματος σήμερα;
«Ο φεμινισμός απορροφήθηκε τελείως από τις κοινωνικές δομές. Θυμηθείτε ότι κάποτε επικρατούσε η θεωρία ότι αν δώσεις μόρφωση σε μια γυναίκα θα διογκωθεί υπερβολικά ο εγκέφαλός της ενώ ταυτόχρονα θα συρρικνωθούν τα όργανα αναπαραγωγής της. Σήμερα έχουμε λησμονήσει ότι όλα ήταν καρπός ενός μακρόχρονου αγώνα. Θεωρούμε τα πάντα δεδομένα. Βλέπει κανείς στον δρόμο μια νέα γυναίκα να φορά απλά, άνετα ρούχα ­ χωρίς κορσέδες και τα τοιαύτα ­ και πιστεύουμε ότι πάντα ήταν έτσι. Ξέρετε σε ποιον οφείλουμε αυτή τη μικρή κατάκτηση; Μα, στην Κοκό Σανέλ βέβαια, ίσως την πρώτη φεμινίστρια ετοίμου ενδύματος. Η σύγχρονη γυναίκα δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτά που της επιτρέπονται να κάνει και αυτά που η ίδια επιτρέπει στον εαυτό της να κάνει δεν ήταν παρά προϊόντα ενός σκληρού αγώνα».
Θέλετε να πείτε ότι είμαστε μάλλον... αχάριστες;
«Πάρα πολύ. Και η αχαριστία όμως είναι στη φύση μας».
Θα λέγατε ότι ο αγώνας ολοκληρώθηκε;
«Ασφαλώς όχι. Ισως το πιο επαναστατικό δείγμα, όσον αφορά τα γυναικεία ζητήματα σήμερα, είναι αυτή η Grameen Bank, ένα εκπληκτικό κίνημα για τις φτωχές γυναίκες στο Μπαγκλαντές. Ενα συλλογικό εγχείρημα. Ο επικεφαλής της όλης προσπάθειας θα έπρεπε να πάρει Νομπέλ Ειρήνης. Ισως αν συγκρίνουμε τα προβλήματά μας στον δυτικό κόσμο με αυτά που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στις αναπτυσσόμενες χώρες, δεν θα γκρινιάζαμε και τόσο πολύ».
Παραμένετε πάντως ένας... λανθάνων Ιούλιος Βερν όσον αφορά τα γυναικεία ζητήματα. Στο βιβλίο σας «Η φαγώσιμη γυναίκα» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1983) είχατε ήδη «προβλέψει» τη νευρική ανορεξία.
«Ισως να έχετε δίκιο. Από τότε όμως, αν κοίταζες προσεκτικά γύρω σου, έβλεπες τις διαταραχές της διατροφής να καταφθάνουν. Κάπως έτσι είχα νιώσει εγώ η ίδια όταν, σε ηλικία 14 χρόνων, διάβασα το "1984" του Τζορτζ Οργουελ. Εμαθα από πολύ νωρίς ότι ένας συγγραφέας οφείλει να ενθαρρύνει τη σκέψη του να βλέπει στο μέλλον».
Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα (http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=114933)